Λαμβάνετε τα άρθρα κάνοντας Like!


Ψυχολογικός Φάρος
alkoolismos

e-Psychology Magazine

ΕΓΩ, Ο ΠΙΟ ΙΣΧΥΡΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΓΕΜΙΣΩ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΠΙΑΤΟ

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας πρίγκιπας που ζούσε σ? ένα παλάτι και είχε ό,τι μπορούσε να επιθυμήσει, σαν κάθε πρίγκιπας του παραμυθιού. Το πρωί της ιστορίας μας, βλέπει να περνάει ένας ζητιάνος μ? ένα πιατάκι και να ζητάει ελεημοσύνη.

Ο πρίγκιπας στέλνει να τον φωνάξουν και είναι έτοιμος να πετάξει μερικά νομίσματα στο παράξενο κιτρινωπό πιατάκι του. Ο ζητιάνος, όμως, τον σταματάει και του λέει: “Με συγχωρείς, άρχοντά μου, είσαι ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο. Αν θέλεις πραγματικά να μου δώσεις ελεημοσύνη- και ομολογώ ότι δεν είσαι υποχρεωμένος- δώσε μου αρκετά για να γεμίσει το πιάτο μου. Μη μου δώσεις χρήματα, αν δε θέλεις, δώσε μου φαγητό ή ό,τι έχεις για πέταμα, δώσε μου, όμως, τόσα ώστε να γεμίσει μέχρι πάνω η γαβάθα μου.

Αν δεν θέλεις, άρχοντά μου, ή δεν μπορείς να το κάνεις αυτό, θα προτιμούσα να περιμένεις τον επόμενο ζητιάνο για να ικανοποιήσεις την ανάγκη σου να δώσεις ελεημοσύνη”. Μένει κατάπληκτος ο πρίγκιπας, του?ρχεται να τον πετάξει έξω με τις κλοτσιές, σκέφτεται όμως ότι μπορεί ο ζητιάνος να έχει κάποιο δίκιο.

Αν δεν μπορεί ο πρίγκιπας να ικανοποιήσει έναν ζητιάνο, ποιος θα μπορούσε να το κάνει… Ο πρίγκιπας χτυπάει τα χέρια κι εμφανίζονται δύο υπηρέτες μ? ένα δίσκο ξέχειλο από δερμάτινα πουγκιά γεμάτα νομίσματα. Χωρίς να πει λέξη, αρχίζει ο πρίγκιπας ν?αδειάζει τα νομίσματα στο πιάτο, και με έκπληξη τα βλέπει να εξαφανίζονται αμέσως στον πάτο της γαβάθας.

Δεν μπορεί να πιστέψει αυτό που συμβαίνει, όμως, αφού έχει ρίξει και τα τελευταία του νομίσματα, το πιάτο είναι τόσο άδειο όσο κι όταν ήρθε ο ζητιάνος στο παλάτι.

Ο άρχοντας καλεί τον σύμβουλό του, και σε λίγο φέρνουν ένα σεντούκι γεμάτο πολύτιμα κοσμήματα απ? όλα τα μέρη του κόσμου. Στην αρχή με τις χούφτες, και μετά με τη βοήθεια των υπηρετών, όλοι ρίχνουν πετράδια στο πιάτο του ζητιάνου για να καταφέρουν να το γεμίσουν, έστω και για μια στιγμή…

Αλλά δεν υπάρχει περίπτωση- ο κιτρινωπός πάτος της γαβάθας μοιάζει να καταπίνει αυτοστιγμεί ό,τι πέφτει μέσα. Θυμώνει ο πρίγκιπας και διατάζει να φέρουν δίσκους γεμάτους φαγητά, και γίνεται ξανά το ίδιο: το πιάτο παραμένει άδειο όπως και πριν. Ηττημένος, ο άρχοντας σταματάει τους δέκα υπηρέτες του που ακόμα ρίχνουν όλοι μαζί, ανεπιτυχώς, ψωμιά και φρούτα στο πιατάκι του ζητιάνου.

“Με νίκησες” λέει ο πρίγκιπας. “Εγώ, ο πιο ισχυρός άνθρωπος στον κόσμο, δεν μπορώ να γεμίσω το πιάτο ενός ζητιάνου. Πήρα ένα μάθημα ταπεινοφροσύνης… Σε παρακαλώ, μείνε να φας μαζί μου και πες μου πού βρήκες αυτή τη μαγική γαβάθα που δεν γεμίζει ποτέ. ”

“Πριν από μερικούς μήνες”, του απαντάει ο ζητιάνος, “έσπασε η παλιά μου ξύλινη γαβάθα. Ψάχνοντας να βρω έναν πεσμένο κορμό δέντρου για να σκαλίσω μια καινούρια, ένα βράδυ βλέπω μπροστά μου ένα πτώμα πεταμένο στην άκρη του δρόμου. Τα ζώα είχαν καταβροχθίσει τις σάρκες του άτυχου άντρα κι απόμενε γυμνός ο σκελετός του.

Σίγουρος ότι δεν έκανα κανένα κακό, κατάφερα να δανειστώ ένα πριόνι από κάποιους κτηνοτρόφους κι έκοψα το πάνω μέρος του κρανίου του. Το έπλυνα, κι από τότε το χρησιμοποιώ σαν πιατάκι. Αυτό που είδες, άρχοντά μου, δεν είναι κάτι μαγικό.

Απλώς, αυτό το κρανίο διατηρεί ακόμη κάποιες από τις ιδιότητες που είχε όταν αποτελούσε μέρος του κεφαλιού εκείνου του ανθρώπου. Και το κεφάλι, υψηλότατε, είναι πάντα αχόρταγο.”




πρώτα μάθαμε να λέμε “μαμά”,
στη συνέχεια προφέραμε τη λέξη “μπαμπάς”
και η τρίτη λέξη ήταν σχεδόν πάντα” κι άλλο”.
Ο δρόμος της ευτυχίας
ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΪ
Εκδόσεις Opera