Λαμβάνετε τα άρθρα κάνοντας Like!


Ψυχολογικός Φάρος

e-Psychology Magazine

Παππούλη μου, θυμάσαι τι ευτυχισμένη που ήμουν μικρούλα;

Παππούλη μου θυμάσαι τα καλοκαίρια μας όταν ήμουν μικρούλα; Κάθε καλοκαίρι που έκανα εσένα και τη γιαγιά να τραβάτε τα μαλλιά σας; Το θυμάσαι; Έπρεπε να με υποστείτε τρείς ολόκληρους μήνες, μέχρι να έρθει η μαμά και ο μπαμπάς να με πάρουν πάλι πίσω. Τα θυμάσαι τα καλοκαίρια μας παππούλη μου;

Γιατί εγώ να ξέρεις αν έχω μια ευτυχισμένη παιδική ανάμνηση αυτή είναι μαζί σου. Και δεν είναι καν «αυτή». Είναι «αυτές».

Στην πιο ευτυχισμένη μου παιδική ανάμνηση λοιπόν, εγώ σε περιμένω ανυπόμονη πρωί-πρωί να γυρίσεις από τις κηπουρικές σου ασχολίες για να με πάρεις να πάμε στο γνωστό καφενείο της γειτονιάς. Και θα μου πεις τώρα πώς γίνεται να αποτελεί ευτυχισμένη ανάμνηση το γεγονός ότι ένα πεντάχρονο κοριτσάκι πέρναγε ώρες στο καφενείο ανάμεσα σε τόσα γερόντια; Κι όμως αυτές οι ώρες μαζί σου εμένα μου έμοιαζαν μαγικές και καθόλου, μα καθόλου βαρετές! Αλήθεια!

Η ευτυχία μου άρχιζε την ώρα που γυρνούσες σπίτι και άλλαζες φορώντας τα καλά σου για τη συνηθισμένη βόλτα μας στον καφενέ. Πριν όμως φτάσουμε στον καφενέ, κάναμε μια στάση από το περίπτερο του κυρ Γιώργη. Θυμάσαι;

Η στάση μας αυτή ήταν στιγμή ιερή για εμένα και γινόταν μονάχα αν ήμουν καλό και υπάκουο κοριτσάκι. Με γουρλωμένα μάτια, σε κοίταζα και περίμενα με ανυπομονησία το τεραστίων διαστάσεων κρουασάν μου με γέμιση πραλίνας φουντουκιού να φτάσει στην αγκαλιά μου. Η αλήθεια είναι πως, δεν έχω αγαπήσει κανένα κρουασάν όσο εκείνο και το γεγονός ότι πλέον δεν υπάρχει, με έκανε να μη δοκιμάσω ξανά κανένα άλλο κρουασάν. Προς τιμήν της ανάμνησης του. Το λέω και νιώθω ακόμη τη γεύση του στο στόμα μου. Φυσικά δεν το έτρωγα στον δρόμο, παρά μόνο όταν φτάναμε στον καφενέ. Όσο εσύ μαζί με το τσιπουράκι σου έτρωγες αυτές τις άθλιες θρούμπες για μεζέ, εγώ καταβρόχθιζα το extra extra large κρουασάν μου.

Άνοιγα προσεχτικά-προσεχτικά την συσκευασία και έπαιρνα μια τεράστια εισπνοή βουτυρωμένης και καλά ψημένης σφολιάτας πρώτα και έπειτα, μιας και ανάποδο πλάσμα μια ζωή, δεν ξεκινούσα ποτέ να τρώω από την αρχή το κρουασάν μου, αλλά από την μέση. Το ψηλάφιζα γεμάτο χάδι και υπομονή για να νιώσω το ηφαίστειο πραλίνας που είχε στη κοιλίτσα του και μόλις έβρισκα το σωστό και ακριβές σημείο του έκανα μια απότομη χαψιά και άφηνα όλο αυτό το ποτάμι σοκολάτας να ρέει στο στόμα μου. Και τώρα σαν να το λιγουρεύτηκα λιγάκι…

Μόλις λοιπόν τελείωνα με αυτή μου την ιεροτελεστία, σηκωνόμουν και πήγαινα εγώ η ίδια να σου φτιάξω το καφεδάκι σου. Η κυρά Μάρω που είχε το καφενείο πάντα χαιρόταν που έμπαινα στην κουζίνα της και να σου πω και ένα μυστικό τώρα που μεγάλωσα; Κάθε φορά μου έδινε από δύο καραμελίτσες και τις έτρωγα κρυφά από εσένα, επειδή μου φώναζες ότι θα επισκεφτεί τα δόντια μου η κυρία Τερηδόνα και θα μου τα κάνει μαύρα!

Πόσο μου άρεσε το καφενείο. Οι μυρωδιές από τον φρεσκοκομμένο καφέ, τα παλιά μπρίκια, τα αγγουράκια στα πιατελάκια με τους μεζέδες ντυμένα με λαδάκι και ξυδάκι, και εσύ παππούλη παρέα με τους άλλους παππούληδες να συζητάτε και να παίζετε εκείνη την τράπουλα και όταν έφερνα γύρες σκανταλιάρικες γύρω από τους αντιπάλους σου και ερχόμουν και σου ψιθύριζα στο αυτί πως ήταν τα χαρτιά τους με έλεγες «μικρή απατεώνισσα» και με κοίταζες αυστηρά, αλλά εγώ τα διόρθωνα όλα με ένα μου ρουφηχτό φιλάκι στο μάγουλό σου.

Και αφού λοιπόν ερχόταν το μεσημέρι και οι συνδιαλέξεις σου με τους φίλους σου είχαν λάβει τέλος, καθώς και οι επιθεωρήσεις μου και το συγύρισμα σε όλο το καφενείο, αποχωρούσαμε και πηγαίναμε στον φούρνο να παραλάβουμε το ζεστό και φρέσκο ψωμάκι για να μας συνοδεύσει στο μεσημεριανό τραπέζι μας.

Αργότερα, στο δρόμο για το σπίτι, πάντα σταματούσαμε να κόψουμε ένα λουλουδάκι για να το δώσουμε στη γιαγιά, γιατί δεν ήθελα να μείνει παραπονεμένη που εκείνης δεν της αγοράσαμε τίποτα.

Φτάνοντας σπίτι, έτρεχα να δώσω το λουλουδάκι και το ψωμί στη γιαγιά για να ετοιμάσει το τραπέζι και σαν σίφουνας εξαφανιζόμουν να φορέσω τα πυτζαμάκια μου για να πάω γρήγορα να προλάβω την θέση δίπλα σου, προτού έρθεις εσύ. Έτσι, αφού τρώγαμε όλοι μαζί, ξεκίναγα και αφηγούμουν στη γιαγιά την ημέρα μας και καμιά φορά άθελα μου, μου ξέφευγαν και κάτι κακές λεξούλες που έλεγα ότι άκουσα στον καφενέ και ήθελα να μάθω τι σημαίνουν και η γιαγιά μου έδειχνε τότε το πιπέρι και καταλάβαινα ότι μάλλον, δεν πειράζει και τόσο που δεν πρέπει να μάθω τι σημαίνουν τελικά.

Η πιο ευτυχισμένη παιδική μου ανάμνηση παππούλη μου, είναι μια βόλτα.

Μια απλή βόλτα μας στον καφενέ της γειτονιάς.

Γιατί ο κόσμος ήταν όμορφος, τότε.

Γιατί τότε, δεν με φόβιζε τίποτα όσο εσύ κρατούσες στην παλάμη σου τα μικρά μου δαχτυλάκια.

Γιατί τότε, ήμουν απλά ευτυχισμένη.

Γιατί τότε η ζωή, μου φαινόταν ωραία.



Γράφει η Ειρήνη Τσικρίκα















http://wp.loveletters.gr/12460-2/