Λαμβάνετε τα άρθρα κάνοντας Like!


Ψυχολογικός Φάρος

e-Psychology Magazine

Αφού σ' αγαπούσα, γιατί έφυγες;

Τετάρτη βράδυ. Κάνει κρύο κι έχω κουρνιάσει δίπλα στη σόμπα. Τυλιγμένη σε μια πλεκτή κουβέρτα και ζεσταίνω τα χέρια μου με μια καυτή κούπα τσάι. Πάντα με λεμόνι, όπως σου άρεσε κι εσένα.


Κάνει μοναξιά απόψε. Φυσάει μελαγχολία και λίγη νοσταλγία το τελευταίο δίωρο. Έχω παρατήσει τη στοίβα με τα πιάτα στο νεροχύτη, τα ρούχα μου κοσμούν άτσαλα το υπόλοιπο σπίτι κι εγώ απλά κάθομαι δίπλα στη σόμπα.

Κοιτάζω απλά το ταβάνι. Διάφορες εικόνες περνούν μπροστά απ? τα μάτια μου σαν φίλμ από παλιά φωτογραφική μηχανή. Ασπρόμαυρες όλες, δίχως στάλα χρώματος και ζωντάνιας.

Δεν ξέρω τι περιμένω. Απλά ατενίζω στο κενό και σκέφτομαι. Μη με ρωτάς τι σκέφτομαι, δε θα έχεις σαφή απάντηση. Διάφορα. Δεν έχει σημασία.

Μόνη συντροφιά μια φωτογραφία. Μια από εκείνες τις παλιές, τις όμορφες. Αυτές που διαλέγουμε για τα καλύτερα πορτρέτα μας. Δε μιλάει όμως. Στέκεται ακούνητη κι απλά ακούει. Γεύεται κάτι περασμένα δάκρυα και συμπονάει.

Αυτή έμεινε μόνο να σε θυμίζει. Ίσως και κάποια ρούχα σου. Κι ένα παλιό, μισοτελειωμένο άρωμα. Και το μαξιλάρι σου. Που το σφίγγω κάθε βράδυ στην αγκαλιά μου και σκέφτομαι πως είσαι εσύ. Μα δεν είσαι.

Γιατί έφυγες;

Ποτέ δε θα καταλάβω γιατί με παράτησες. Τι σου έκανα άραγε; Ήμουν πάντα δίπλα σου. Περνούσαμε καλά. Σ? αγαπούσα και μ? αγαπούσες. Γιατί, λοιπόν;

Κάναμε όνειρα, θυμάμαι. Σε πέντε χρόνια, λέγαμε, όλα θα είναι ονειρεμένα. Σε πέντε χρόνια. Το σπίτι που θα χτίζαμε, η δουλειά που θα κάναμε μαζί. Κι εκείνο το παιδικό δωμάτιο…

Πάνε πια. Όνειρα έμειναν.
Μα είναι άδικο. Αφού μ? αγαπούσες.

Κάνει κρύο και δεν το αντέχω. Κι η μοναξιά με τυλίγει όλο και περισσότερο.

Σκοτάδι στο δωμάτιο. Μόνο η σόμπα φωτίζει. Για μια στιγμή νόμιζα πως σε είδα να περνάς απ? το παράθυρο. Σκιερή φιγούρα μα θα ορκιζόμουν πως είσαι εσύ.

Ήρθες, νόμιζα, να μου δώσεις εξηγήσεις. Γιατί έφυγες έτσι απρόσμενα χωρίς μια ειδοποίηση. Χωρίς έστω ένα τελευταίο φιλί.

Βράδυ Τετάρτης ήταν και τότε. Χαράματα ίσως, δε θυμάμαι καλά. Προσπάθησα πολύ να ξεριζώσω από τη μνήμη μου εκείνη τη μέρα. Κάποιοι καλοθελητές προσπάθησαν να με «γιατρέψουν», να με κάνουν να σε ξεχάσω. Μα δεν μπόρεσαν. Κανείς δε θα μπορέσει.

Κανείς δε θα μπορέσει να με αγαπήσει όπως εσύ. Ούτε να με πονέσει όσο με πόνεσες. Δεν έχει τέλμα αυτή η κατάσταση κι εγώ δεν την μπορώ άλλο. Βουλιάζω. Κάθε μέρα μια χαμένη μάχη. Ένα χαραγμένο γιατί στο μυαλό μου και καμία απάντηση, από πουθενά.

Σε περίμενα. Δεν ήρθες, όμως. Μ? έστησες στο ραντεβού και δεν το συνήθιζες αυτό ποτέ.

Σε περιμένω ακόμα. Κάθε βράδυ που φιλώ την εικόνα σου καρτερικά. Κάθε φορά που σερβίρω φαγητό και βάζω και δεύτερο σερβίτσιο. Μήπως και φανείς και είσαι πεινασμένος.

Μα δεν έρχεσαι ποτέ. Κι εγώ λυπάμαι. Κι αφήνομαι.

Ψέματα μου έλεγαν. Δε γιατρεύεται η απώλεια. Ο χρόνος δε βοηθά, μονάχα αντικαθιστά τις μνήμες. Και τι να το κάνω; Εσένα θέλω. Και πάντα λείπεις. Μόνο λείπεις και κάνω την απώλεια συνήθεια για να ζήσω λίγο ακόμα μια βουβή κι ανούσια καθημερινότητα.

Μια μέρα, όμως, θα βρω το κουράγιο και θα έρθω να σε βρω. Να ζητήσω εξηγήσεις για όλα t' αναπάντητα γιατί που μου άφησες. Κι έπειτα να σε κρατήσω σφιχτά στην αγκαλιά μου.

Δε θα μ? αφήσεις ποτέ, έλεγες. Ανοησίες. Πού είσαι τώρα που σε χρειάζομαι;

Να πάρει, πήγε αργά. Η σόμπα σιγοκαίει μ? ακόμα κρυώνω. Είναι που μου λείπεις και τίποτα πια δεν είναι ίδιο εδώ μέσα.

Θα έρθω να σε φροντίσω αύριο πάλι. Πρέπει να κοιμηθώ τώρα για να χω κουράγιο. Όσο μπορώ να έχω.

Σβήνω τη σόμπα κι ανάβω το καντήλι που καίει δίπλα στη φωτογραφία σου. Σε χαζεύω για δυο λεπτά ακόμα κι έπειτα πάω να σφίξω ευλαβικά το μαξιλάρι σου.

Μια μέρα θα έρθω να σε συναντήσω. Θα βρω τα κότσια και θα το κάνω. Κι ας με πουν τρελή. Μόνο δίπλα σου μπορώ να υπάρχω.

Μα...να! Σε βλέπω. Είμαι σίγουρη πως είναι η δική σου φιγούρα, δε με ξεγελάς. Πέρνα μέσα να σε φιλέψω. Έλα να ζεσταθείς, κάνει κρύο έξω, καλέ μου.
Έλα και πάρε με μαζί σου. Πάρε με να με ξεναγήσεις στον Παράδεισο και γνώρισέ μου τους νέους φίλους σου. Οι άγγελοι είναι πολύ τυχεροί που σ? έχουν.

Πάλι φεύγεις. Κάτι ψιθυρίζεις μα δεν ακούω.

Πέφτω να κοιμηθώ. Σε βλέπω. Περπατάς ήρεμα δίπλα από το κρεβάτι και με πλησιάζεις. Χαϊδεύεις τα μαλλιά μου και ψελλίζεις. «Όχι ακόμα, αγάπη μου. Δεν είναι η ώρα να συναντηθούμε ακόμα.» Κάνεις να φύγεις.

«Στάσου», σου φώναξα, «μια ερώτηση μονάχα...

Αφού σ? αγαπούσα, γιατί έφυγες;»


Δώρα Κουτσογιάννη










http://www.ilov.gr/2017/01/afou-sagapousa-giati-efyges.html